Απόψεις Δυτ. Μακεδονία

Η επόμενη μέρα της κτηνοτροφίας στη Δυτική Μακεδονία

Η επόμενη μέρα για τους κτηνοτρόφους της Δυτικής Μακεδονίας που έχασαν τα κοπάδια τους εξαιτίας της ευλογιάς των αιγοπροβάτων δεν μοιάζει ακόμη να έχει ξεκαθαρίσει. Πίσω από τις άδειες εγκαταστάσεις και τους στάβλους που περιμένουν ξανά ζώα, υπάρχει ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό: πότε και με ποιους όρους μπορεί να ξαναστηθεί μια κτηνοτροφική μονάδα από την αρχή;

Για τους παραγωγούς που είδαν το ζωικό τους κεφάλαιο να χάνεται, η ανασύσταση δεν είναι απλώς ζήτημα αγοράς νέων ζώων. Είναι μια διαδικασία που απαιτεί κεφάλαιο, χρόνο και κυρίως βεβαιότητα ότι η επένδυση δεν θα χαθεί ξανά από ένα νέο κρούσμα.

Στη Δυτική Μακεδονία, όπου η κτηνοτροφία αποτελεί εδώ και χρόνια βασικό τμήμα της οικονομικής και κοινωνικής ζωής της υπαίθρου, το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις. Η απώλεια ενός κοπαδιού δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον παραγωγό. Επηρεάζει την παραγωγή γάλακτος και κρέατος, τις ζωοτροφές, τις μεταφορές, τα σφαγεία και συνολικά μια αλυσίδα επαγγελμάτων που εξαρτώνται από την κτηνοτροφική δραστηριότητα.

Άδειοι στάβλοι, ανοιχτά ερωτήματα

Για έναν κτηνοτρόφο που έχει υποχρεωθεί να θανατώσει τα ζώα του, η επιστροφή στην παραγωγή δεν μπορεί να γίνει από τη μία ημέρα στην άλλη. Ακόμη και όταν υπάρχουν οι εγκαταστάσεις, ο εξοπλισμός και η τεχνογνωσία, λείπει το βασικότερο στοιχείο: το ίδιο το κοπάδι.

Και εδώ αρχίζει ένας δεύτερος κύκλος προβλημάτων. Η διαθεσιμότητα ζώων δεν είναι δεδομένη, ενώ η αγορά νέου ζωικού κεφαλαίου μπορεί να απαιτήσει ένα ιδιαίτερα σημαντικό ποσό. Για μια μικρή ή μεσαία οικογενειακή μονάδα, η επανεκκίνηση μπορεί να σημαίνει ουσιαστικά νέα επένδυση, σε μια περίοδο κατά την οποία τα εισοδήματα παραμένουν πιεσμένα.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν ένας κτηνοτρόφος θα αποζημιωθεί για τα ζώα που έχασε. Είναι αν θα έχει τη δυνατότητα να ξαναγίνει κτηνοτρόφος.

Αυτό είναι και το σημείο στο οποίο η συζήτηση για την ανασύσταση των κοπαδιών αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η αποζημίωση καλύπτει μια απώλεια. Δεν εξασφαλίζει από μόνη της την επιστροφή στην παραγωγή.

Η ηλικία των παραγωγών και το πρόβλημα της διαδοχής

Ένα ακόμη ζήτημα που γίνεται ολοένα πιο εμφανές στην ύπαιθρο της Δυτικής Μακεδονίας είναι η ηλικιακή σύνθεση του κτηνοτροφικού κόσμου.

Πολλοί παραγωγοί βρίσκονται σε ηλικία που τους επιτρέπει να εξετάζουν την έξοδο από το επάγγελμα. Για έναν μεγαλύτερο κτηνοτρόφο, η απώλεια του κοπαδιού μπορεί να λειτουργήσει ως η τελική αφορμή για να εγκαταλείψει μια δραστηριότητα που απαιτεί καθημερινή παρουσία, υψηλό κόστος και συνεχή οικονομική έκθεση.

Το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά τους νεότερους. Η κτηνοτροφία απαιτεί επένδυση σε υποδομές, ζώα και ζωοτροφές, ενώ ταυτόχρονα συνοδεύεται από κινδύνους που δεν μπορούν να ελεγχθούν από τον ίδιο τον παραγωγό. Όταν η αβεβαιότητα γίνεται μόνιμη, η επιλογή μιας άλλης εργασίας μπορεί να μοιάζει πιο ασφαλής.

Έτσι, η ευλογιά δεν απειλεί μόνο το ζωικό κεφάλαιο. Απειλεί και τη συνέχεια του επαγγέλματος.

Η παραγωγή που δεν μπορεί να περιμένει

Η κτηνοτροφία, όμως, δεν λειτουργεί μεμονωμένα. Οι μονάδες συνδέονται με την παραγωγή ζωοτροφών, τις επιχειρήσεις συλλογής και μεταφοράς γάλακτος, τα τυροκομεία, τα σφαγεία και την αγορά κρέατος.

Όταν ένας αριθμός μονάδων σταματά να λειτουργεί, οι συνέπειες μεταφέρονται σταδιακά σε ολόκληρη την αλυσίδα.

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι το ζήτημα του γάλακτος. Η μείωση του αριθμού των ζώων περιορίζει την παραγωγή και δημιουργεί πιέσεις σε όσους εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται. Για τις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, όπου η κτηνοτροφία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής οικονομίας, η διατήρηση της παραγωγικής βάσης δεν είναι επομένως υπόθεση μόνο των ίδιων των κτηνοτρόφων.

Είναι ζήτημα συνολικής οικονομικής αντοχής της υπαίθρου.

Το κόστος της επιστροφής

Ακόμη και στην περίπτωση που δοθεί το πράσινο φως για την ανασύσταση μιας μονάδας, το οικονομικό βάρος παραμένει μεγάλο.

Ο παραγωγός καλείται να αγοράσει ζώα, να καλύψει το κόστος ζωοτροφών και να επαναφέρει σταδιακά την παραγωγή σε επίπεδα που θα επιτρέψουν στη μονάδα να είναι βιώσιμη. Στο μεταξύ, όμως, τα πάγια έξοδα συνεχίζονται.

Οι εγκαταστάσεις πρέπει να συντηρηθούν, ο εξοπλισμός να λειτουργεί, οι υποχρεώσεις να εξυπηρετούνται και η οικογένεια να συνεχίσει να ζει από κάποιο εισόδημα.

Αυτό δημιουργεί μια αντίφαση: ο στάβλος μπορεί να είναι έτοιμος, αλλά η παραγωγή να μην μπορεί να ξεκινήσει.

Και όσο περισσότερο παραμένει κλειστή μια μονάδα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πιθανότητα ο ιδιοκτήτης της να αναζητήσει οριστικά άλλη επαγγελματική διέξοδο.

Η βιοασφάλεια ως προϋπόθεση

Στην άλλη πλευρά της συζήτησης βρίσκεται η ανάγκη περιορισμού της νόσου. Η προστασία των μονάδων και η αυστηρή εφαρμογή των μέτρων βιοασφάλειας αποτελούν βασική προϋπόθεση για να μπορέσει να υπάρξει επιστροφή στην κανονικότητα.

Για τους κτηνοτρόφους, ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι μόνο η τήρηση των κανόνων μέσα στη μονάδα. Είναι και το κατά πόσο υπάρχει ένα ευρύτερο σύστημα ελέγχων και πρόληψης που να μειώνει τον κίνδυνο νέας διασποράς.

Γιατί ένας παραγωγός μπορεί να κάνει ό,τι προβλέπεται στη δική του εγκατάσταση, όμως η επιτυχία της προσπάθειας εξαρτάται και από το τι συμβαίνει γύρω από αυτήν.

Η βιοασφάλεια, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως ατομική ευθύνη του κτηνοτρόφου. Απαιτεί συντονισμό, ελέγχους και συνεχή εφαρμογή των μέτρων σε όλη την αλυσίδα.

Το πραγματικό στοίχημα

Η συζήτηση για την ευλογιά των αιγοπροβάτων συχνά περιορίζεται στον αριθμό των ζώων που θανατώθηκαν και στο ύψος των αποζημιώσεων. Για τη Δυτική Μακεδονία, όμως, το πραγματικό στοίχημα βρίσκεται ένα βήμα παραπέρα.

Είναι αν οι μονάδες που έκλεισαν θα ξανανοίξουν.

Αν οι στάβλοι θα γεμίσουν και πάλι με ζώα.

Αν οι νεότεροι παραγωγοί θα επιλέξουν να μείνουν στον τόπο τους και να συνεχίσουν το επάγγελμα.

Και, τελικά, αν η κτηνοτροφία θα παραμείνει βασικός παραγωγικός πυλώνας της περιοχής ή θα συρρικνωθεί σταδιακά, αφήνοντας πίσω της άδειες εγκαταστάσεις και μια παραγωγική δραστηριότητα που δύσκολα θα ανακτηθεί.

Η επανεκκίνηση, λοιπόν, δεν είναι μόνο θέμα χρημάτων. Είναι θέμα εμπιστοσύνης.

Ο κτηνοτρόφος που έχασε το κοπάδι του χρειάζεται να γνωρίζει ότι, όταν επενδύσει ξανά, θα υπάρχει ένα περιβάλλον στο οποίο μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται. Χωρίς αυτή τη βεβαιότητα, ακόμη και η οικονομική ενίσχυση κινδυνεύει να αποδειχθεί ανεπαρκής.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο κομμάτι της επόμενης ημέρας: να πειστεί ένας άνθρωπος που έχασε μέσα σε λίγες ημέρες τη δουλειά μιας ολόκληρης ζωής ότι αξίζει να την ξαναρχίσει από την αρχή.

Στυλιανή Δερμιτζάκη

Προτεινόμενα άρθρα για εσένα

Δυτ. Μακεδονία

5 νέα κρούσματα κορονοϊού και κανένας θάνατος το τελευταίο 24ωρο

Ανακοινώνονται 5 νέα κρούσματα του κορονοϊού SARS-CoV-2 στη χώρα μας. Τα 4 σχετίζονται με γνωστή συρροή κρουσμάτων και το 1
Δυτ. Μακεδονία

Κ. Χατζηδάκης: Έκτακτες επιχορηγήσεις έως €1,5 δισ. στις λιγνιτικές περιοχές

Την εκταμίευση έως και 1,5 δισεκατομμυρίου ευρώ για τις λιγνιτικές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης προβλέπει το Ταμείο