kozanipress

H καταδίκη της Χρυσής Αυγής αλλάζει τον πολιτικό χάρτη

Εκ των πραγμάτων η καταδίκη της ηγεσίας και των πρώην βουλευτών της Χρυσής Αυγής και ο χαρακτηρισμός τους ως εγκληματικής οργάνωσης από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων οδηγεί, ανεξάρτητα από τις ποινές που θα επιβληθούν, στο κλείσιμο ενός μεγάλου κύκλου που έχει και πολιτικά χαρακτηριστικά.

Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι από αύριο αλλάζουν πολλά πράγματα για τον μέσο Έλληνα πολίτη ή ότι τα προβλήματα που έχει μπροστά της η χώρα και το πολιτικό σύστημα βρήκαν λύση…

Τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση βρίσκονται ενώπιον των δικών τους συμπληγάδων σε μια περίοδο που η κρίση βαθαίνει σχεδόν σε όλους τους τομείς, οι φυγόκεντρες τάσεις ενισχύονται και επωάζονται ουκ ολίγες ανακατατάξεις. Όσο και εάν τα κόμματα του «συνταγματικού τόξου» -όπως οριζόταν έως τώρα η διαχωριστική γραμμή- διαπληκτίζονται για το ποιο συνέβαλε πιο αποφασιστικά στον εξοβελισμό της Χρυσής Αυγής, η ουσία είναι ότι πολλά από τα αίτια που διόγκωσαν το κόμμα του Ν. Μιχαλολιάκου και από το εκλογικό περιθώριο το έφεραν στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής δεν έχουν εξαλειφθεί ακόμη.

Το ερώτημα εάν αφήνει «κενό» η Χρυσή Αυγή και πώς θα καλυφθεί είναι ίσως το πιο εύκολο να απαντηθεί. Πριν ακόμη έρθει η ώρα της δικαστικής ετυμηγορίας, το αποτέλεσμα των περσινών εκλογών έδειξε ότι ο συγκεκριμένος κομματικός χώρος είχε ήδη μπει σε φάση παρακμής και αποσύνθεσης, κάτι που επιβεβαιώθηκε και με τις αλλεπάλληλες αποχωρήσεις που ακολούθησαν. Άλλο θέμα όμως φαίνεται ότι είναι η εκλογική συρρίκνωση -και διά της δικαστικής απόφασης πλέον η απαγόρευση της δράσης του- και άλλο τα πολιτικά αποτελέσματα που παράγονται.

2009: Λεφτά υπάρχουν

Στις εκλογές του 2009 η Χρυσή Αυγή είχε λάβει μόλις 0,29% και οι ψηφοφόροι που είχαν βρεθεί να τη στηρίξουν ήταν μόλις 19.624. Ήταν όμως κι αυτές οι εκλογές στις οποίες το ΠΑΣΟΚ υπό τον Γ. Παπανδρέου και τις ιαχές «λεφτά υπάρχουν» αποσπούσε το 43,9%. Η απότομη προσγείωση στην πραγματικότητα, η επιβολή των Μνημονίων και η παράδοση της χώρας στις δαγκάνες του ΔΝΤ και των διεθνών κερδοσκόπων έφεραν σε λιγότερο από μία τριετία τεκτονικές μεταβολές, μεταξύ των οποίων η καταβύθιση του κραταιού ΠΑΣΟΚ στο 13,18% (τρίτη θέση) και η εκτίναξη της Χρυσής Αυγής στο 6,97% (έκτη θέση).

Η νέα κρίση

Σχεδόν μία δεκαετία μετά μπορεί τυπικά η χώρα να έχει βγει από τα Μνημόνια, αλλά -«βοηθούσης» και της πανδημίας- έχει ενσκήψει μια νέα οικονομική κρίση, τα σημάδια της οποίας μάλιστα είχαν προϋπάρξει, όσο κι αν αποκρύπτεται, προτού ο κορωνοϊός αποδειχθεί ένα πολύ καλό άλλοθι.

Το μέγεθος της ύφεσης και η μείωση του εθνικού εισοδήματος συναγωνίζονται τα πρώτα μνημονιακά χρόνια, το δε δημόσιο χρέος έχει σπάσει κάθε ρεκόρ και βρίσκεται στο 215% επί του ΑΕΠ, όταν το 126,8% επί του ΑΕΠ ήταν μια πολύ καλή δικαιολογία για να παραδοθούν τα κλειδιά της Ελλάδας στην τρόικα το 2010.

Η σημερινή κυβέρνηση δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο το οικονομικό πρόβλημα που στη διάρκεια του χειμώνα αναμένεται να οξυνθεί, όσο και εάν τροφοδοτείται με ποικίλους τρόπους -και πιο ενδεικτικούς τις λίστες τύπου Πέτσα- η επικοινωνιακή ωραιοποίησή του. Υπάρχουν στον ορίζοντα και άλλα μέτωπα, που στην προηγούμενη φάση δεν είχαν πάρει εκρηκτική μορφή. Ούτε τα εθνικά θέματα αλλά ούτε και το μεταναστευτικό βρίσκονταν στη σημερινή τους έξαρση.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι, εάν στις πλατείες των «αγανακτισμένων» του 2011 υπήρχαν σαφώς οριοθετημένες ζώνες, σήμερα παρατηρείται μια οριζόντια επιρροή και επίδραση των προβλημάτων αυτών κυριολεκτικά σε ολόκληρο το κομματικό φάσμα.

Γι’ αυτό και οι κοινωνικές ανακατατάξεις δεν αφήνουν ανεπηρέαστη ούτε την αξιωματική αντιπολίτευση, η οποία μπροστά στην υπαρκτή ανάγκη να μετατοπίσει το ιδεολογικοπολιτικό κέντρο βάρους της αντιμετωπίζει ισχυρά εσωτερικά προβλήματα, που τη φέρνουν πλέον και ενώπιον της απειλής μιας πιθανής διάσπασης.

Η κεντρώα στρατηγική της Πειραιώς και ο εκ δεξιών εμβολισμός

Αν στη μετά το 2010 περίοδο τον τόνο των εξελίξεων έδωσε η ριζοσπαστικοποίηση αφενός προς τα δεξιά και αφετέρου προς τα αριστερά(γι’ αυτό και στις πρώτες εκλογές του Μαΐου του 2012 παρατηρήθηκε το πρωτοφανές ιστορικά δεδομένο τα κόμματα του παλαιού δικομματισμού, Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ, να αθροίσουν μετά δυσκολίας 32% έναντι 80% του παρελθόντος), το μεγάλο και ουσιαστικό ερώτημα είναι τι θα γίνει στην καινούργια φάση που ξεκινά.

Πολλοί είναι εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η κόπωση που έχει επέλθει και η απογοήτευση του κοινωνικού σώματος μεταφέρει το παιχνίδι προς το κέντρο,αφήνοντας σε ρόλο δευτεραγωνιστή και ενδεχομένως αμορτισέρ τους πιθανούς νέους «δεξιούς» και «αριστερούς» παίκτες. Την αντίληψη αυτή φέρεται ότι συμμερίζεται και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όπως φαίνεται άλλωστε και από τη στρατηγική που ακολουθεί μετά τις εκλογές.

Μια στρατηγική πλήρους αφομοίωσης του κεντρώου -και δη του «εκσυγχρονιστικού»- χώρου, παρά το γεγονός ότι ακόμη και τώρα καταγράφεται σε μετρήσεις ένα πολύ μεγάλο ποσοστό που δεν είχε αντίρρηση στην παρουσία ενός κόμματος σαν τη Χρυσή Αυγή, υπό τον όρο ότι δεν θα προέβαινε σε εγκληματικές πράξεις και θα σεβόταν τα υφιστάμενα θεσμικά όρια. Το ποσοστό αυτό φαίνεται να φτάνει μάλιστα έως και το 40% όσων τοποθετούνται στα δεξιά του πολιτικού φάσματος. Εκ πρώτης όψεως αυτή είναι μια τεράστια δεξαμενή, η οποία μπορεί όχι μόνο να τροφοδοτήσει υφιστάμενα ή νέα σχήματα με πολύ μεγαλύτερες προοπτικές ακόμη και από το 5%-6% της Χρυσής Αυγής, αλλά και να επιφέρει θεαματικές ανατροπές στην ευρύτερη ισορροπία δυνάμεων.

Το ζητούμενο για αρκετούς είναι εάν τέτοιες ανατροπές μπορεί να συμβούν και εντός των τειχών της Ν.Δ., ανάλογα βεβαίως και με τη διαχείριση των εθνικών και οικονομικών προβλημάτων που θα γίνουν το επόμενο διάστημα. Από την άποψη αυτή το ενδιαφέρον τώρα στρέφεται και προς τη «δεξιά» πτέρυγα -με όποια μορφή αυτή υπάρχει- της κυβερνητικής παράταξης, η οποία στις νέες συνθήκες αποκτά κι έναν ρόλο αναχώματος.

Ορισμένοι θεωρούν ότι με δεδομένη την εύθραυστη κατάσταση που διαμορφώνεται εντός της Ν.Δ. η πτέρυγα αυτή μπορεί να θελήσει να θέσει υπό «ομηρία» πλέον τον κ. Μητσοτάκη. Τις τελευταίες ημέρες ακούγεται όμως έντονα και ο αντίλογος ότι ο πρωθυπουργός, με τη μεθοδικότητα που τον διακρίνει, έχει ανά πάσα στιγμή έτοιμο το «Plan B» για προσφυγή σε εκλογές, ώστε να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε απόπειρα ποδηγέτησής του και με ανανεωμένη τη λαϊκή εντολή να προχωρήσει με βάση το δικό του πολιτικό σχέδιο.

πηγή: «δημοκρατία»(Από τον Ανδρέα Καψαμπέλη)